Αδης με Κέρβερο

Ο Άδης ήταν αδερφός του Δία και του Ποσειδώνα, και ο θεός του Κάτω Κόσμου, μέρος όπου πήγαιναν οι νεκροί και κανένας από αυτούς δεν είχε το δικαίωμα να επιστρέψει στους ζωντανούς. Το βασίλειο του ήταν σκοτεινό, καθώς δεν το έβλεπε καθόλου ο ήλιος και στη φαντασία των αρχαίων Ελλήνων υπήρχε ένα πύρινο ποτάμι που το διέσχιζε, από το οποίο έβγαιναν φλόγες. Για φύλακα του Κάτω Κόσμου είχε τον Κέρβερο, ένα πελώριο σκύλο με τρία κεφάλια που απαγόρευε στους νεκρούς να φύγουν και στους ζωντανούς να μπουν.

Όπως ο θεός Άρης, έτσι και ο Άδης, δεν ήταν ιδιαίτερα αγαπητός θεός και μάλιστα οι θνητοί απέφευγαν να αναφέρουν το όνομά του από φόβο μήπως δοκίμαζαν την οργή του. Ο Άδης σχετίζεται με το μύθο της Περσεφόνης, καθώς ο ίδιος την απήγαγε για να την κάνει γυναίκα του. Μετά όμως από τη μεσολάβηση του Δία, αναγκάστηκε να της επιτρέψει την Άνοδο. Καθώς όμως την αποχαιρετούσε, της έβαλε στο στόμα της ένα σπυρί από ρόδι για να τον λαχταρήσει σύντομα. Έτσι η Περσεφόνη κατέβαινε από μόνη της τρεις μήνες το χρόνο στον Άδη. Είναι ο χειμώνας, η περίοδος που παγώνουν τα πάντα από τη στενοχώρια της μητέρας της, της θεάς Δήμητρας.